News Ticker

“Camera obscura” – νέο διήγημα από την Φένια Αδαμίδη

Νέο διήγημα από την Δρ. Φιλολογίας – Εκπαιδευτικό και Δημοτική Σύμβουλο Βριλησσίων με την “Νέα ΠνοήΦένια Αδαμίδη με τίτλο “Camera Obscura”.

Το διήγημα δημοσίευσε το έγκριτο ηλεκτρονικό περιοδικό του Φρεαρ – frear.gr.

Camera obscura

” Μόνο μέσα στην τέχνη είχε νόημα η ύπαρξή του. Θα μπορούσε να ζει μέσα στην camera obscura του. Μαζί με τα πιστά είδωλα των μνημείων που ζωγράφιζε. Ένα είδωλο και αυτός της φυσικής του ύπαρξης. Τι σήμαινε να υπάρχει στον πραγματικό κόσμο; Δεν ήξερε. Δεν τον ενδιέφερε η διάσταση της φυσικής πραγματικότητας. Η μόνη αληθινή γι’ αυτόν πραγματικότητα ήταν η τέχνη των αρχαίων μνημείων που ξεπρόβαλλαν, καθώς το μεσημβρινό φως, περνώντας μέσα από μια μικρή οπή, δημιουργούσε τις αντανακλάσεις τους πάνω σε ένα κάτοπτρο κι ύστερα πάνω στο χαρτί του. Κι εκείνος, με τη δική τους καθοδήγηση, πατώντας πάνω στην τέλεια ακρίβεια των γραμμών και των χρωμάτων τους, έφτιαχνε τις δικές του ζωγραφιές, ολόιδιες με τις «ζωντανές» εικόνες του Παρθενώνα και του Ερέχθειου που ήταν κλεισμένες μέσα στο σκοτεινό κουτί του. Δικές του. Κτήμα του. Πιστά αντίγραφα των μνημείων, τόσο που έμοιαζαν σαν ζωντανές.

Όσο ζωντανές ήταν κι οι εικόνες αυτών των μνημείων στη φαντασία και στη σκέψη του, όταν σπούδαζε ελληνική φιλολογία στη μακρινή πατρίδα του. Έτσι, νοερά, έφερνε την Ελλάδα, την ιστορία της και τα ερειπωμένα μνημεία της κοντά του. Στα όνειρα που έβλεπε φοιτητής με ανοιχτά μάτια, πρόβαλλαν τα μάρμαρα ολοζώντανα, χωρίς να τα έχει δει ακόμη από κοντά. Εμφανίζονταν στη μισοσκότεινη κάμαρά του, που τη φώτιζε αμυδρά το φως των κεριών πάνω στο γραφείο του, καθώς μελετούσε τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, και κυρίως τον Παυσανία. Έβλεπε τις ζωντανές αντανακλάσεις τους, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, να σχηματίζονται στον απέναντι τοίχο, εκεί όπου τις πρόβαλε το κάτοπτρο της φαντασίας του, και σκεφτόταν τότε πως ήταν κι αυτός ένας δεσμώτης του πλατωνικού σπηλαίου. Και περίμενε τη στιγμή που θα «ελευθερωνόταν» από τη μισοσκότεινη κάμαρά του, θα ταξίδευε στη σκλαβωμένη Ελλάδα και θα τα αντίκριζε στην πραγματικότητα, ολόλαμπρα κάτω από το ελληνικό φως, τα ερείπια των κλασικών σπουδών του στο Κέιμπριτζ. Αυτές, κυρίως, είχαν διαμορφώσει το βλέμμα του το «δυτικό» που τώρα θώπευε τις επιφάνειες των μαρμάρων, τις καμπύλες και τις ραβδώσεις των κιόνων, τις μαρμάρινες πτυχώσεις των ακρωτηριασμένων αγαλμάτων.

Ίσως, όμως, να μη ήταν η δική του ευαισθησία που είχε καθορίσει απόλυτα αυτό το ρομαντικό βλέμμα, καλλιεργημένη και οξυμμένη, βέβαια, από την κλασική του παιδεία αλλά μια μαγική δύναμη πάνω από αυτόν, ένα πνεύμα επιβλητικό και αυταρχικό που κατοικούσε μέσα στα ίδια τα μνημεία που τον στοίχειωνε από τα μαθητικά και φοιτητικά του χρόνια και τον ωθούσε να τα δει οπωσδήποτε από κοντά και να μιμηθεί, με το μελάνι και τις νερομπογιές του, τη μορφή τους. Και τώρα, επιτέλους, τα ξαναέβλεπε «πραγματικά» μπροστά του, σε αυτό το δεύτερο ταξίδι του στην Ελλάδα, τέσσερα μόλις χρόνια από το πρώτο. Και πάλευε να κλείσει τη μαγεία τους στο δικό του μαγικό κουτί. Όσο τα όρια της τέχνης του τού το επέτρεπαν.

Δεν είχε άλλο δρόμο από αυτές τις τέλειες απομιμήσεις των πρωτότυπων μνημείων. Δεν υπήρχε άλλο φωτεινό είδωλο πέρα από το δικό τους, μέσα στη σκοτεινή του κάμερα, για να το ζωγραφίσει. Καμιά φορά, βέβαια, αποτολμούσε να παραλλάξει ανεπαίσθητα την απόλυτη ακρίβεια των περιγραμμάτων και των χρωμάτων. Ανεπαίσθητες στο γυμνό μάτι αλλαγές που, όμως, θα απέδιδαν ταυτόχρονα, για παράδειγμα, τον «πραγματικό» Παρθενώνα, όπως τον αντίκριζε κάθε πρωί, αλλά και έναν «δικό» του Παρθενώνα που να εμπεριέχει, κατά κάποιο τρόπο και την ίδια του την ύπαρξη. Ίσως, σκεφτόταν, ο μόνος τρόπος για να αποδώσει «πιστά» τον ναό ήταν τελικά αυτός. Να τον παραλλάξει. Αυτή η σκέψη τριγύριζε όλο και πιο συχνά στο μυαλό του, μα την απόδιωχνε. Τι ήταν αυτός μπροστά στην επιτομή της δυτικής αρχιτεκτονικής; Μια απειροελάχιστη κουκίδα από μελάνι, “Well, one tiny dot… That’s me!” μονολογούσε, ζωγραφίζοντας. Απαραίτητη, βέβαια, για τις ζωγραφιές του αλλά απειροελάχιστη. Ωστόσο, αυτή η σκέψη επανερχόταν με περισσότερη επιμονή κάθε φορά που επιχειρούσε να συνεχίσει το σχέδιό του και τότε το χέρι του έτρεμε από την ταραχή του και ξέφευγε από το περίγραμμα του φωτεινού ειδώλου του ναού που διαγραφόταν πάνω στο χαρτί του, καθώς το φως του αττικού ουρανού εισχωρούσε σαν ορμητικό ρυάκι μέσα από τη μικρή οπή της κάμερας κι άστραφτε πάνω στο κάτοπτρο. Κι ύστερα, κουκίδες κουκίδες από αυτό το ορμητικό φως συναρμολογούσαν το είδωλο του Παρθενώνα στο χαρτί του. Τι ανακούφιση! Δεν χρειαζόταν να βλέπει διαρκώς τον πραγματικό ναό, που τον εξαντλούσε με το μέγεθος και την τελειότητά της μορφής του.

Τι έβλεπε, όμως, στ’ αλήθεια; Ποιον Παρθενώνα αντίκριζε; Σίγουρα υπήρχε ακόμη, παρά τους πολέμους και τις λεηλασίες, αυτός που βρισκόταν έξω από την κάμερά του, πάνω στον βράχο, ο υπαρκτός. Αυτός που προσπερνούσαν κάθε μέρα οι στρατιώτες της τουρκικής φρουράς, χωρίς καν να τον κοιτάζουν. Αλλά κι όταν τον κοίταζαν, σίγουρα δεν έβλεπαν ό,τι έβλεπαν τα δικά του μάτια. Και γι’ αυτό μάλλον οι «καστρινοί» δεν άφηναν τους δυτικούς, να τον πλησιάζουν εύκολα, εκτός κι αν είχαν φιρμάνι ή αρκετούς παράδες. Δεν έβλεπαν το ίδιο πράγμα. Αυτό που ήξεραν σίγουρα οι Τούρκοι ήταν πως οι δυτικοί περιηγητές και εντεταλμένοι των Κυβερνήσεών τους στην Πόλη, μαγευόταν από τα αρχαία μνημεία και τα λογάριαζαν δικά τους, ενώ δεν ήταν. Δεν εννούσαν να καταλάβουν ότι εδώ και αιώνες ήταν πλέον κτήμα και μέρος της αυτοκρατορίας του Σουλτάνου. Τι τόσο σημαντικό έβλεπαν, λοιπόν, σε αυτά οι δυτικοί, απορούσαν οι Τούρκοι και ο δισδάρης, ο φρούραρχος της Ακρόπολης. Γι’ αυτούς τα μνημεία δεν ήταν τίποτε άλλο εκτός από το υλικό κατασκευής τους, χρήσιμο, για την οχύρωση του βράχου, όταν το μετέτρεπαν σε ασβέστη, όπως τους Κενταύρους που γκρέμισε ο Μοροζίνι. Πολύ τους χρησίμεψαν για την ενίσχυση του νότιου τείχους του κάστρου της Ακρόπολης. Ήταν και πολύ πρακτικά, βέβαια, αυτά τα τεράστια οικοδομήματα για ν’ αποθηκεύουν λ.χ. τα πολεμοφόδιά τους ή για να στεγάζουν τα χαρέμια τους και το τζαμί τους. Μέχρι εκεί.

Δεν τους άφηναν, λοιπόν, σε ησυχία γι’ αυτά τα μάρμαρα. Να τα επισκέπτονται, να τα αντιγράφουν, να τα αρπάζουν. Τουλάχιστον, πλήρωναν καλά γι’ αυτό. Γιατί, όταν έλεγαν αυτοί οι δυτικοί ότι τα μνημεία ήταν «δικά» τους, δεν το εννοούσαν, βέβαια, μόνον μεταφορικά. Φαίνεται πως δεν τους αρκούσε να έχουν στην κατοχή τους «μόνο» τα πιστά αντίγραφα που έφτιαχναν από τα εκμαγεία μελών των μνημείων ή των αγαλμάτων ή να απολαμβάνουν τις υδατογραφίες και τις γκραβούρες, όσο πιστά κι αν τα απεικόνιζαν σε αυτές οι ζωγράφοι – περιηγητές με τη βοήθεια της σκοτεινής τους κάμερας. Ήθελαν τα ίδια, τα πρωτότυπα, όχι τα αντίγραφα. Όσα μπορούσαν να φορτώσουν στα μουλάρια και στα πλοία τους. Όσα θραύσματά τους μπορούσαν να παραχώσουν στις αποσκευές τους. Κι αν διέθεταν τα κατάλληλα μέσα, κι αν δεν βούλιαζαν τα καράβια τους από το βάρος τόσου πολιτισμού, θα είχαν σηκώσει κι ολόκληρο τον Παρθενώνα, να τον βάλουν να διακοσμεί τους κήπους στις νεοκλασικές επαύλεις τους. Γι΄αυτό ο Παρθενώνας είχε λιγοστέψει, στα χρόνια που πέρασαν από το πρώτο ταξίδι του και την πρώτη του επίσκεψη στο κάστρο. Άρα, δεν έβλεπε τώρα τον «ίδιο» Παρθενώνα με εκείνον που αντίκρισε την πρώτη φορά. Και φοβόταν πως, αν συνέχιζαν οι συμπατριώτες του να αφαιρούν τμήματά του με αυτόν τον ρυθμό, στο τέλος δεν θα έμενε ίχνος από τον ναό πάνω στον βράχο.

Δεν άντεχε να τον βλέπει έτσι λεηλατημένο. Έπρεπε οπωσδήποτε να τον ζωγραφίσει πάλι, πριν εξαφανιστούν κι άλλα μέλη του. Τι ύψιστη αποστολή της ταπεινής του τέχνης, σκεφτόταν, να «υπάρχει» στις ζωγραφιές του ο ναός, για να τον βλέπουν όσοι δεν είχαν την πολυτέλεια του δικού του ταξιδιού, αλλά και να διασώζει την παρελθοντική του μορφή. Ποιος ξέρει στους αιώνες που θα έρθουν πόσος Παρθενώνας θα γλιτώσει. Ίσως, κάποιος στο μέλλον κοιτάξει το είδωλο του ναού στις δικές του ζωγραφιές και πει: «Έτσι ήταν, λοιπόν, τότε ο Παρθενώνας!». Και ίσως σκύψει πάνω της να δει όλες τις λεπτομέρειές του. Κάθε σπασμένο μέλος του. Κάθε ράβδωση των κιόνων του. Όφειλε σε αυτόν τον μελλοντικό θεατή να είναι ακριβής. Αυτός, βέβαια, θα ήταν ένας ζωγραφιστός και όχι μαρμάρινος Παρθενώνας. Ένα αντίγραφο. Όχι το πρωτότυπο. Θα ένιωθε άραγε αυτός ο μελλοντικός θεατής της ζωγραφιάς του, όσο πιστή κι αν ήταν, έστω κι ελάχιστο από το δέος που ένιωθε ο ίδιος, κάθε φορά που ανέβαινε στον βράχο και τον αντίκριζε; Τι αξία είχε όλη η τέχνη του αν όχι να μεταδώσει, έστω κι ως απείκασμα, τον Παρθενώνα, μια ιδέα του ικανή να προκαλέσει έστω και μια ελάχιστη συγκίνηση; Και τότε ορμούσε πάλι μέσα στο κεφάλι του η απαγορευμένη σκέψη που του ψιθύριζε «Κάνε τον δικό σου! Αφαίρεσε, πρόσθεσε, παράλλαξε!». Και τον ταλάνιζε η διαμάχη ανάμεσα σε αυτή την επαναστατημένη σκέψη και στην τυραννία της camera obscura του που τον υποχρέωνε να υπακούει στην πιστή απόδοση του ειδώλου του ναού.

Σε αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο τις δυσκολίες της τέχνης και της τεχνικής του αλλά κι άλλες πιο μεγάλες και πιο απεχθείς που τον έβγαζαν βίαια έξω από τη δική του αισθητική και καλλιτεχνική πραγματικότητα και τον συνέδεαν αναγκαστικά με μια αληθινή και βάναυση. Σε αυτήν πρωταγωνιστούσε ο δισδάρης της Ακρόπολης. Η συναλλαγή τους ήταν οδυνηρή, αφού από την αρχή ο Τούρκος φρούραρχος φρόντισε να του δείξει πως η παρουσία του πάνω στον βράχο τού ήταν ανεπιθύμητη. Πολλές φορές δεν κατόρθωνε να διαβεί τα Προπύλαια, όπου τον εύρισκε συνήθως μισοξαπλωμένο, να καπνίζει το τσιμπούκι του πάνω στη χλόη που κάλυπτε σαν αραιό πράσινο χνούδι το μάγουλο ενός χαμηλού λόφου, κάνοντας να είναι ορατό μόνον το ένα τρίτο περίπου από τους κίονες των Προπυλαίων. Η δυτική του κουλτούρα τον δυσκόλεψε να αντιληφθεί από την αρχή πως όλες οι απαγορεύσεις θα αίρονταν μονομιάς με το αλισβερίσι, μόλις δηλ. καθοριζόταν το αντίτιμο για την ελεύθερη είσοδο στον βράχο, οπότε, απαλλαγμένος πια από την ενοχλητική παρουσία του Τούρκου, θα μπορούσε να αφοσιωθεί στο έργο του χωρίς διακοπές και καθυστερήσεις. Θα τον εξαγόραζε, λοιπόν, με πολλούς παράδες, περίπου εκατό, αλλά με τον όρο να λάβει όλο το ποσό, μετά την ολοκλήρωση των σχεδίων του. Και, βέβαια, θα εξακολουθούσε να του δίνει κάθε τρεις και λίγο διάφορα «πολύτιμα» πεσκέσια, όπως τσάι, καφέ και ζάχαρη. Όχι μόνον ο δισδάρης αλλά κι όλοι οι στρατιώτες της τουρκικής φρουράς, οι «καστρινοί» είχαν καταλάβει ότι τα χρήματα δεν του έλειπαν, κι έτσι διασφάλισε και τη δική τους εύνοιά δίνοντας στα παιδιά τους κάθε πρωί που ανέβαινε στον βράχο, λίγους παράδες.

Αυτό όμως που τον ενοχλούσε περισσότερο απ´ όλα ήταν η σκέψη ότι αυτός ο κουτοπόνηρος Τούρκος φρούραρχος με τις αρπακτικές διαθέσεις που κρυφά έπινε το κρασί του, όταν έστελνε το γεύμα του πάνω στα Προπύλαια με τον υπηρέτη του, είχε ένα προνόμιο, που ο ίδιος ποτέ δεν θα μπορούσε να αποκτήσει, παρά την τεράστια πατρική περιουσία του: το ωραιότερο σπίτι του κόσμου, πάνω στην Ακρόπολη, απέναντι από το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα, χωμένο μέσα στις τρανταφυλλιές και στα γιασεμιά. Ενώ ο ίδιος που από παιδί έβλεπε μόνο πάνω στον κάτοπτρο της φαντασίας του τον ναό στην μακρινή πατρίδα του, που κατανοούσε την αισθητική και συμβολική του αξία, που αγωνιούσε να μεταφέρει πίσω στη χώρα του ένα πιστό ζωγραφικό αντίγραφό του, ικανό έστω κι ως αντίγραφο να πυροδοτήσει μια αναγέννηση της τέχνης και της αισθητικής, δυσκολευόταν κάθε μέρα να διασφαλίσει την είσοδό του στον βράχο. Κι έπρεπε να εξαγοράζει αυτό το μικρονοϊκό ανθρωπάριο που τον παρατηρούσε κάθε φορά από μακριά με καχυποψία, χαϊδεύοντας το μακρύ γένι του, μια κίνηση που πίστευε ότι του προσέδιδε ύφος σοφού άνδρα, ενώ δεν ήταν παρά μια προσπάθεια συγκάλυψης της ανοησίας του.

Αυτή η ανοησία εκδηλωνόταν διαρκώς σε κάθε αναγκαστική τους συναλλαγή και κυρίως στην επίμονη άρνηση του δισδάρη να δεχτεί την εξόφληση του ποσού της ελεύθερης πρόσβασής του στην Ακρόπολη, μετά την ολοκλήρωση των σχεδίων του. Ο πονηρός και δύσπιστος ανατολίτης ήθελε όλο το ποσό μπροστά και δεν εννοούσε να αλλάξει γνώμη. Η λύση δόθηκε αναπάντεχα από τη σκοτεινή κάμερα. Μια μέρα, καθώς την έστηνε έξω από τα Προπύλαια και έκανε τις απαραίτητες ρυθμίσεις, ο δισδάρης τον πλησίασε γεμάτος απορία για το περίεργο αυτό μηχάνημα. Όταν του εξήγησε και του ζήτησε να σκύψει και να δει ο ίδιος την ακρίβεια των ειδώλων του ναού και των στρατιωτών του που έτυχε να περνούν εκείνη τη στιγμή μπροστά του, ο δισδάρης, γεμάτος φόβο και οργή, αναφώνησε: «Αλλάχ! Μάσαλλαχ! Σατανά! Βοναπάρτη! Πάρε τον Παρθενώνα ολόκληρο και βάλτον μέσα στο κουτί σου μα μην τολμήσεις να πάρεις τους στρατιώτες μου!».

Από εκείνη τη στιγμή απαλλάχθηκε, βέβαια, από την παρουσία του δεισιδαίμονα Τούρκου που δεν έβλεπε σε αυτόν παρά έναν πανούργο μάγο ικανό να του αρπάξει όλη του τη φρουρά και να τη χώσει μέσα στο μαγικό κουτί του. Μπορούσε, επιτέλους, να ζωγραφίζει ανενόχλητος τον Παρθενώνα και όποια ώρα ήθελε να μπαίνει στην Ακρόπολη. Όμως αυτός ο ασήμαντος, αδαής και αργυρώνητος Τούρκος, μέσα στην άγνοια και στις προλήψεις του, είχε καταφέρει να ξυπνήσει μέσα του και να ενδυναμώσει, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τη σκέψη που τόσο πάλευε να απωθήσει: να κάνει τον Παρθενώνα δικό του. «Πάρτον! Πάρτον!». Άκουγε την επιτακτική και άγρια φωνή, συνεχώς στα αυτιά του. «Βάλτον μέσα στο κουτί σου!». Άθελα του είχε εκφράσει τη βαθύτερη επιθυμία του. Να κλείσει τον Παρθενώνα μέσα στην camera obscura του. Τον ίδιο τον ναό. Όχι το είδωλό του. Αυτός, ένας Τούρκος, του υποδείκνυε, του επέβαλε να πραγματοποιήσει τον βαθύτερο και ανομολόγητο πόθο του. Τώρα το συνειδητοποιούσε. Όσο πιστή κι αν ήταν η ζωγραφιά του, όσο ακριβείς κι αν ήταν οι γραμμές του ποτέ δεν θα κατάφερνε να αποδώσει το μεγαλείο του ναού. Να τον δείξει στους Ευρωπαίους. Να συμβάλει κάπως κι αυτός στην αναγέννηση της αρχιτεκτονικής της εποχής του. Να τους δώσει την ευκαιρία να κάνουν όσο πιο πιστά γινόταν τα δικά τους αντίγραφα του ναού, στα δικαστήρια, στα πανεπιστήμια τους, ακόμη και στις λαμπρές κατοικίες του. Κι αυτή του η φιλοδοξία μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον αν έπαιρνε μαζί τον τον ίδιο τον ναό, αν τον έκανε δικό του, κλείνοντάς τον ολόκληρο μέσα στη σκοτεινή του κάμερα.

Τώρα του ήταν αδύνατον να σχεδιάζει πάνω στις φωτεινές κουκίδες. Το χέρι του απείθαρχο και επαναστατικό σχεδίαζε αυτόματα σαν να είχε δική του βούληση. Οι μελανές κουκίδες του σχεδίου του άρχισαν σιγά σιγά να μεταβάλλουν το χρώμα τους και να παίρνουν το μελιχρό χρώμα των μαρμάρων. Τώρα, ζωγράφιζε χωρίς να κοιτά τον ναό, χωρίς να κοιτά καν το είδωλό του. Τον έβλεπε τον Παρθενώνα ολόκληρο με όλα τα μέλη του, που δεν υπήρχαν πάνω στο πραγματικό μνημείο, πιο καθαρά από ποτέ, πάλι πάνω στο κάτοπτρο της φαντασίας του αλλά αυτή τη φορά ήταν ο δικός του Παρθενώνας. Όχι αυτός των βιβλίων της φιλολογίας και της αρχαιολογίας του Κέιμπριτζ. Όχι αυτός του κατόπτρου της κάμεράς του. Ζωγράφιζε με ασυνήθιστη ταχύτητα, εκστατικός, σαν δαιμονισμένος, σαν κατεχόμενος από το πνεύμα του ναού. Και για πρώτη φορά ένιωθε να τον πλημμυρίζει μια ανείπωτη ηδονή. Με κάθε πινελιά που ζωγράφιζε έναν κίονα, ένα αέτωμα, μια μετόπη, εξαφανιζόταν τα αντίστοιχα τμήματα του πραγματικού ναού. Τον έκλεβε, τον λεηλατούσε αλλά δεν χρησιμοποιούσε ούτε πριόνια, ούτε σφυριά. Μόνο τα πινέλα του και τα μελάνια του. Και μάλιστα χωρίς να χρειάζονται φιρμάνια και παράδες. Και μόλις το σχέδιο του ολοκληρώθηκε μόνο τότε γύρισε να δει τον πραγματικό ναό.

Δεν υπήρχε τίποτε πάνω στον βράχο. Ο ναός είχε εξαφανιστεί. Έσκυψε τότε πάνω στο σχέδιό του. Το παρατήρησε από πολύ κοντά και είδε ότι δεν έλειπε τίποτε. Ο ναός ήταν ζωγραφισμένος με όλα του τα αγάλματα και τους κίονες. Λαμπρός και ακέραιος. Μέσα στην camera obscura του. Ένιωσε δέος. Και παρατήρησε πως, επιτέλους, υπήρχε κι ο ίδιος εκεί μέσα, απέναντι ακριβώς από το ανατολικό αέτωμα. Να τον κοιτάζει για πάντα, μέσα από έναν κήπο γεμάτο τριανταφυλλιές και γιασεμιά.”

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Στο εξώφυλλο: φωτογραφική σύνθεση της ελαιογραφίας του Josef Theodor Hansen (1881) και του μαρμάρινου ανδρικού κορμού που αποδίδεται στη ζωφόρο του ίδιου μνημείου.]

Η Φένια Αδαμίδη
Δρ. Φιλολογίας – Εκπαιδευτικός, Δημοτική Σύμβουλος της “Νέας Πνοής” και μέλος του ΔΣ του Πολιτιστικού και Αθλητικού Οργανισμού