Finos Film: Το DNA του Ελληνικού Σινεμά
H Marketing Director της Finos Film κ. Χριστίνα Σιγάλα μιλά στην Βίβιαν Μαργέλλου για την εταιρεία που το όνομα της συνιστά συνώνυμο του ελληνικού κινηματογράφου. Αυτή είναι η Finos Film, τότε, σήμερα και στο μέλλον!

H Finos Film έγινε συνώνυμη με την «Ελληνική ταινία». Που οφείλεται αυτή η επιτυχία;
ΧΣ: Παρά το γεγονός ότι οι ταινίες της Finos Film αποτελούν περίπου το 20% του συνόλου των παλιών ελληνικών ταινιών, ο κόσμος θεωρεί ότι κάθε κλασική ελληνική ταινία είναι παραγωγή της Φίνος. Αυτό το φαινόμενο είναι θετικό, με την έννοια ότι μια ολόκληρη κατηγορία έχει συνδεθεί με το όνομα του Φίνου, αλλά κάποιες φορές μετατρέπεται και σε αρνητικό όταν η σύνδεση γίνεται με παραγωγές κατώτερης ποιότητας.
Η επιτυχία όμως αυτής της ταύτισης με τον όρο «ελληνική ταινία» είναι αποτέλεσμα της γενικότερης λάμψης των ταινιών της εταιρείας. Επί δεκαετίες, οι ταινίες αυτές ήταν συνώνυμες με άρτιες και ποιοτικές παραγωγές, που γινόντουσαν ανάρπαστες στις προτιμήσεις του κοινού. Έτσι, σιγά σιγά χτίστηκε στη συνείδηση του κόσμου ότι η Φίνος Φιλμ είναι ο «βασιλιάς» του ελληνικού σινεμά, το DNA του, με αποτέλεσμα να ταυτίσει όλο τον ελληνικό κινηματογράφο με το σήμα της FF.

ΒΜ:Πως αισθανθήκατε την πρώτη ημέρα που αναλάβατε υπεύθυνη marketing αυτού του θρύλου;
ΧΣ: Η ανάληψη αυτής της θέσης δεν έγινε σε μια μέρα. Ήταν αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης σχέσης που είχα αποκτήσει με την εταιρεία, λόγω συγγένειας με την Τζέλλα Φίνου. Ξεκίνησε δειλά το 2008, όταν αποφάσισα να φύγω από μεγάλη διαφημιστική εταιρεία που εργαζόμουν οκτώ χρόνια, και να μπω στον κόσμο της Φίνος Φιλμ, ξεκινώντας με το έργο της ψηφιακής αποκατάστασης όλων των ταινιών. Στη συνέχεια, συγκροτήσαμε μια σπουδαία ομάδα και με πολύ μεράκι και αγάπη, δώσαμε τον καλύτερο εαυτό μας για να αναβιώσουμε αυτό το θρυλικό brand, που όμοιό του δεν νομίζω να υπάρχει από πλευράς συναισθηματικής σύνδεσης με το κοινό. Από τότε, έχω την τύχη να ξυπνάω κάθε πρωί με χαρά για να εργαστώ. Είναι τόσες οι προκλήσεις και οι ιδέες που γεννιούνται όταν έχεις στα χέρια σου αυτές τις ταινίες, που δεν σου αφήνουν χρόνο να βαρεθείς ή να κουραστείς.

ΒΜ: Κρατάτε επαφή με ηθοποιούς, σκηνοθέτες, μουσικούς, τεχνικούς της Finos Film; Θα μοιραστείτε μαζί μας μία ιδιαίτερη στιγμή σας;
ΧΣ: Έχουμε επαφή με αρκετούς από τους συντελεστές των ταινιών και κάθε επικοινωνία μαζί τους είναι πάντα συγκινητική. Μάλιστα, τον Δεκέμβριο του 2019 ξεκινήσαμε μια σειρά από συνεντεύξεις τόσο σε ηθοποιούς όσο και σε τεχνικούς που έζησαν από κοντά την ευρηματικότητα του Φίνου, με στόχο να συλλέξουμε προσωπικές μαρτυρίες και ιστορίες για τον Φίνο και την χρυσή εποχή που έζησαν μαζί του. Συνεργάτης μας σε αυτό το project ήταν ο κινηματογραφιστής Νίκος Καβουκίδης, που όντας και ο ίδιος «παιδί» της Φίνος Φιλμ, είχε μια αβίαστη οικειότητα με τους καλλιτέχνες, με αποτέλεσμα κάθε συνέντευξη να παίρνει τη μορφή μιας αυθόρμητης συζήτησης μεταξύ φίλων. Δυστυχώς, η πανδημία δεν μας επέτρεψε να ολοκληρώσουμε τον κύκλο συνεντεύξεων, αλλά ευελπιστούμε να μπορέσουμε σύντομα να τις συνεχίσουμε.
Μια από τις πιο ιδιαίτερες και συγκινητικές συνεντεύξεις ήταν με τον Κώστα Βουτσά στο σπίτι του. Ήταν σαν μικρό παιδί, με μια ζωντάνια και ένα τσαχπίνικο κέφι, όπως τότε που πρωταγωνιστούσε στις ταινίες. Θυμήθηκε ιστορίες και γεγονότα από γυρίσματα των ταινιών, μας είπε τις αγαπημένες του ατάκες, αλλά όταν έπρεπε να αναφερθεί σε συναδέλφους του που έχουν φύγει από κοντά μας, τον έπιανε μια μελαγχολία και δεν ήθελε να συνεχίσει. Τελικά, όσο δύσκολο είναι να «φεύγεις», αλλά τόσο είναι να μένεις πίσω μετά από κάποια ηλικία.
ΒΜ: Ποιά ταινία έσπασε τα ταμεία; Έπαιξαν ρόλο οι πρωταγωνιστές ή το σενάριο;
ΧΣ: Η πρώτη ταινία που χαρακτηρίστηκε από τον ίδιο τον Φίνο ως «εθνικός θρίαμβος» ήταν και η πρώτη ταινία της Φίνος Φιλμ. Η «Φωνή της Καρδιάς» (1943) με τον θρυλικό Αιμίλιο Βεάκη και τους νεαρούς τότε Δημήτρη Χορν και Λάμπρο Κωνσταντάρα, γυρίστηκε σε δύσκολες συνθήκες μέσα στην Κατοχή. Στην πρεμιέρα της ταινίας, η προσέλευση ήταν τόσο μεγάλη, που μετά το τέλος της οι θεατές έκαναν λαμπαδηδρομία από το Ρεξ ως τις στήλες του Ολυμπίου Διός, για να γιορτάσουν την χαρά τους και την ελπίδα για καλύτερες μέρες. Έτσι ο Φίνος πήρε μια σημαντική ώθηση για να συνεχίσει να χτίζει τον μύθο του.

Συνέχεια, είχε ο «Μεθύστακας» το 1950, με ρεκόρ εισιτηρίων που κράτησε σχεδόν δεκαπέντε χρόνια. Κλειδί σε αυτή την επιτυχία ήταν η Οσκαρικής υπόστασης ερμηνεία του Ορέστη Μακρή, αλλά και το σενάριο του Τζαβέλλα που άγγιξε τη συλλογική λαϊκή μνήμη με μια ιστορία που ταυτίστηκε ο μέσος Έλληνας, αφού τόσες οικογένειες είχαν θρηνήσει το χαμό των παιδιών τους στον πόλεμο. Η επιρροή του «Μεθύστακα» ήταν νομίζω καθοριστική για την εξέλιξη του ελληνικού κινηματογράφου.

Η ταινία που κατάφερε να σπάσει το ρεκόρ του «Μεθύστακα» ήταν το μιούζικαλ «Κάτι να Καίει» το 1964. Πολλοί λόγοι συντέλεσαν σε αυτή την επιτυχία, αφού εκτός από δροσερή μουσική κωμωδία με λαμπερό καστ, ήταν και η πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία γυρισμένη με το σύστημα Σινεμασκόπ (προβολή ευρείας εικόνας). Το κοινό δίψαγε για κάτι καινούργιο και ο Φίνος, χέρι-χέρι με τον Δαλιανίδη, ξεπερνούσε κάθε φορά τις προσδοκίες του.
Το τελευταίο ρεκόρ εισιτηρίων της Φίνος Φιλμ, που χρειάστηκαν 30 χρόνια για να ξεπεραστεί, ήταν με την ταινία «Υπολοχαγός Νατάσσα» (1970). Με τον Φώσκολο στο τιμόνι, την επιβλητική μουσική του Κώστα Καπνίση και την Αλίκη σε ένα ρόλο διαφορετικό από ό,τι είχε συνηθίσει το κοινό, η επιτυχία ήταν αναπόφευκτη.

ΒΜ: Είμαι σεναριογράφος και θέλω να στείλω το σενάριό μου στη Finos Film! Πως υποδέχεστε τις προτάσεις και πως τις αξιολογείτε;
ΧΣ: Δύσκολη ερώτηση, γιατί όπως ξέρετε η Finos Film δεν έχει προχωρήσει σε νέα παραγωγή από το 1977. Όταν ανέλαβε η νέα ομάδα της εταιρείας (2008), δεν υπήρχε σκέψη για νέα παραγωγή, γιατί η σύγκριση θα ήταν αναπόφευκτη. Ο πήχης που έβαλε ο Φίνος ήταν τόσο ψηλά, που φαινόταν άπιαστος. Στα χρόνια που ακολούθησαν, όμως, είδαμε να υλοποιούνται πολύ αξιόλογες ελληνικές ταινίες και σειρές, που μας ενθάρρυναν να σκεφτούμε πιο θετικά. Είναι βέβαια τέτοιος ο σεβασμός και το «βάρος» που αισθανόμαστε, κουβαλώντας το «FF» στην πλάτη, που δεν μας επιτρέπει να σκεφτούμε ούτε κερδοσκοπικά ούτε βραχυπρόθεσμα. Επομένως, για να προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτησή σας, έρχονται κατά καιρούς σενάρια και τα διαβάζουμε με μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά δεν έχει φτάσει ακόμα η στιγμή που θα πούμε «να ένα σενάριο που θα μπορούσε να βάλει την υπογραφή της η Φίνος Φιλμ μετά από 50 χρόνια». Είμαστε, όμως, ανοιχτοί σε προτάσεις και πραγματικά ελπίζουμε να βρεθούν οι κατάλληλοι συνεργάτες για να εμφανιστεί και πάλι στις αίθουσες το θρυλικό «Η Finos Film παρουσιάζει».
ΒΜ: Είχε ο Φιλοποίμην Φίνος σχέδια για την μετά από αυτόν εποχή; Πως κάνατε το total comeback και τι σας λέει ο κόσμος;
ΧΣ: Νομίζω ότι ο Φίνος δεν έκανε πολλά σχέδια για το μέλλον, κυρίως λόγω της ασθένειάς του. Διαγνώστηκε με καρκίνο στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70 και μέχρι το θάνατό του, το 1977, παρακολουθούσε με θλίψη τη φθίνουσα πορεία του ελληνικού κινηματογράφου γενικότερα. Αλλά και πριν την ασθένεια, έδειχνε ότι ζει για το τώρα. Επένδυε κάθε δραχμή που είχε στην άκρη για την επόμενη ταινία του και έδινε όλη του την ψυχή σε κάθε παραγωγή σαν να είναι η τελευταία. Μετά το θάνατο του Φίνου, ανέλαβε η αγαπημένη του σύζυγος Τζέλλα, η οποία αντιμετώπισε με μεγάλο σεβασμό το έργο του Φίνου, προσέχοντας να μην σπιλωθεί ποτέ το όνομα του συζύγου της.
Η Τζέλλα μας άφησε το 2010, σε ηλικία 95 ετών και έκτοτε την διεύθυνση της εταιρείας έχει αναλάβει η νέα γενιά της Φίνος Φιλμ, που με αγάπη και θαυμασμό προσπαθεί να αξιοποιήσει τον θησαυρό αυτό. Το “come back” έγινε το 2014 όταν μετά από δεκαετίες αφάνειας, η εταιρεία απέκτησε και πάλι «φωνή», συνομιλώντας με το κοινό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και προβάλλοντας το έργο του Φίνου αλλά και το μεγαλείο των συντελεστών του. Ο κόσμος είναι θα έλεγα ερωτευμένος με αυτές τις ταινίες. Δεν εξηγείται διαφορετικά αυτό το φαινόμενο λατρείας που εισπράττουμε σε κάθε ανάρτησή μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη επιβράβευση από το χαμόγελο του κόσμου.
ΒΜ: Συχνά στις ταινίες της Finos Film βλέπουμε δεύτερους και τρίτους ρόλους να «κλέβουν» την παράσταση. Υπάρχει πρωτιά στην προτίμηση του κοινού;
ΧΣ: Οι αγαπημένοι «δευτερορολίστες» του ελληνικού κινηματογράφου αποτελούσαν τον βασικό κορμό κάθε ταινίας. Χωρίς αυτούς, οι ερμηνείες των μεγάλων σταρ θα φάνταζαν άχρωμες και αστήρικτες. Αυτό το γνώριζαν καλά, τόσο ο Φίνος όσο και οι σκηνοθέτες και οι σεναριογράφοι του, με αποτέλεσμα να δίνουν πρόσθετο βάρος σε αυτούς τους ρόλους, απογειώνοντας το τελικό αποτέλεσμα. Στα αφιερώματα που κάνουμε κατά καιρούς, παρατηρούμε ότι το κοινό ανταποκρίνεται με το ίδιο ενδιαφέρον για αυτούς τους ηθοποιούς όσο και για τους μεγάλους σταρ της εποχής. Δεν νομίζω να υπάρχει «πρωτιά» μεταξύ τους, γιατί κάθε ένας είχε τη δική του ξεχωριστή γοητεία, αλλά από τα αφιερώματα που έχουμε κάνει μέχρι σήμερα, την παράσταση κλέβουν οι Νότης Περγιάλης, Δημήτρης Νικολαϊδης, και Αθηνόδωρος Προύσαλης.

ΒΜ: Κάνατε τελευταία μια μεγάλη έρευνα αγοράς. Τι προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα αποτελέσματα που πήρατε; Σας έχουν δείξει το δρόμο για το επόμενο βήμα;
ΧΣ: Πριν δύο χρόνια, διενεργήσαμε ποιοτική και ποσοτική έρευνα αγοράς, για να διαπιστώσουμε τη σχέση που έχει σήμερα ο μέσος Έλληνας με τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και τις προσδοκίες του για το μέλλον της Φίνος Φιλμ. Η αλήθεια είναι ότι αν και γνωρίζαμε την διαχρονικότητα της αγάπης του κοινού, δεν περιμέναμε ότι θα άγγιζε σε τόσο μεγάλο ποσοστό ακόμα και τις νεότερες ηλικίες. Βγήκε ξεκάθαρα από την έρευνα ότι αυτές οι ταινίες είναι σαν προέκταση της ταυτότητάς μας, σαν μέρος της ευρύτερης οικογένειας του κάθε Έλληνα. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο που παρατηρήσαμε είναι στην προτίμηση του κοινού σε μεγάλους πρωταγωνιστές. Θα περίμενε κανείς στις γυναίκες να πάρει πρωτιά η Αλίκη ή η Τζένη, αλλά το θρόνο τον κερδίζει επάξια η Ρένα Βλαχοπούλου. Στους άντρες, οι πρώτοι τρεις αγαπημένοι του κοινού είναι οι Λάμπρος Κωνσταντάρας, Θανάσης Βέγγος και Κώστας Βουτσάς, με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο να ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής.

Σχετικά με το μέλλον της Φίνος Φιλμ, οι έρευνες μας έδειξαν ότι το κοινό θα ήθελε φυσικά να δει ξανά μια νέα ταινία από την εταιρεία, ενώ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίασαν στην ιδέα μιας ψηφιακής πλατφόρμας, μέσα από την οποία θα μπορούν να δουν όποια ταινία θέλουν και όποτε εκείνοι το επιθυμούν. Επίσης, μεγάλη ανταπόκριση είχε και η ιδέα για ένα ίδρυμα / μουσείο αφιερωμένο στην Φίνος Φιλμ και στον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και επιστροφή των ταινιών σε θερινές κινηματογραφικές αίθουσες, για την απόλυτη “vintage” καλοκαιρινή εμπειρία. Όλες τις παραπάνω ιδέες τις έχουμε αγκαλιάσει και ήδη προχωράμε στην υλοποίηση κάποιων εξ αυτών.
ΒΜ: Ισχύει αυτό που έλεγε ο Φιλοποίμην Φίνος “Στο τέλος μιλάει το πανί”;
ΧΣ: Εν μέρη ισχύει, αφού το τελικό αποτέλεσμα κάθε ταινίας κρινόταν όταν έφτανε στις αίθουσες. Όταν έπαιρναν μπρος τα γρανάζια της μηχανής προβολής και οι κόποι όλων απλώνονταν σε ένα πανί. Ο μέγιστος κριτής εκείνης της εποχής. Αλλά για κάποιες ταινίες, το πανί άργησε να «μιλήσει». Για παράδειγμα, η κωμωδία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός» (1961) έκοψε μόλις 25,617 εισιτήρια στην πρώτη προβολή, κατατάσσοντάς την στην 26η θέση από το σύνολο των 68 παραγωγών εκείνης της χρονιάς. Το ίδιο ισχύει και ένα από τα πιο γνωστά μιούζικαλ όλων των εποχών, το «Γοργόνες και Μάγκες» (1968), με την αθάνατη μουσική του μεγάλου συνθέτη Μίμη Πλέσσα, που ήρθε 9η από τις ταινίες της χρονιάς, ενώ στη συνέχεια αγαπήθηκε πολύ περισσότερο από άλλες που κατέκτησαν την κορυφή στη εποχή τους. Επομένως, για κάποιες ταινίες το χειροκρότημα ήρθε μεν, αλλά καθυστερημένα, και μέσω ενός πιο σύγχρονου «πανιού», της τηλεόρασης.

Το πανί ήταν και παραμένει σημαντικό σημείο αναφοράς, αλλά ειδικότερα σήμερα δεν είναι η μοναδική «μονάδα μέτρησης», αφού ο σφυγμός του κοινού διασκορπίζεται σε πλειάδα μέσων προβολής, όπως η τηλεόραση, το tablet και το κινητό τηλέφωνο. Μπορεί ο Φίνος να μην συμπαθούσε πολύ την τηλεόραση, αλλά αν έβλεπε τα «ψηφιακά πανιά» του σήμερα και την επίδραση που έχουν στο κοινό, πιστεύω ότι θα έκανε ό,τι χρειαζόταν για να βρεθεί πάλι ένα βήμα μπροστά από την εποχή του.
ΒΜ: Ποιες από τις ταινίες της Φίνος Φιλμ απολαμβάνετε να βλέπετε στον ελεύθερο χρόνο σας;
ΧΣ: Η αλήθεια είναι ότι τις βλέπω όλες ξανά και ξανά, λόγω των αφιερωμάτων που φτιάχνουμε στα social media, αλλά δεν έχω το χρόνο να τις απολαύσω πραγματικά. Όταν, όμως, θα κάτσω με την κόρη μου να δούμε μια ελληνική ταινία, οι αγαπημένες μας είναι «Το Ξύλο Βγήκε από τον Παράδεισο», «Τα Κίτρινα Γάντια» και «Ο Θησαυρός του Μακαρίτη».
Με αφορμή την ερώτησή σας, θα είχε ενδιαφέρον να μας γράψουν και οι αναγνώστες σας τις αγαπημένες τους ταινίες!